Follow by Email
Facebook
Facebook
Twitter
Instagram

Εν αντιθέσει, με την πεποίθηση αρκετών, δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη, ότι η 9η ταινία του Tarantino, το παιδί που καταβρόχθιζε vintage ταινίες, ταξιδεύοντας σε κινηματογραφικούς γαλαξίες με βάση το βιντεοκλάμπ που δούλευε, είναι μια επιστολή αγάπης στον κόσμο του σινεμά και συγκεκριμένα ένας φόρος τιμής στα 60s. Άλλωστε, έχει εκφράσει περισσότερο από τον καθένα το πάθος του για τις ταινίες άλλοτε με δοξασμένο, άλλοτε με άδοξο τρόπο (ιφ γιου νοου γουατ α μιν).

Επέστρεψε, λοιπόν, δριμύτερος χρόνια μετά με ένα στόρυ για το ίδιο το σινεμά, διανθισμένο με υπο-ιστορίες καθώς και υπό το παρασκήνιο των εγκλημάτων του Manson, με μια χούφτα χίπηδες να καραδοκούν στο σύνολο των σκηνών. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον ξεπεσμένο πρωταγωνιστή (Leonardo DiCaprio), το όνομα του οποίου Rick Dalton, και τον πρώην κασκαντέρ-φίλο του-παιδί για όλες τις δουλείες Brad Pitt, ή αλλιώς Cliff Booth. Τα δύο αγόρια παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν δεν το βάζουν κάτω. Ο μεν, παλεύει να βρει τον δρόμο της επιστροφής στην επιτυχία, να χτίσει τον μύθο του και να ξαναζήσει τα περασμένα μεγαλεία και ο δε κάνει ότι μπορεί ενθαρρύνοντας τον φίλο του με το να στέκεται στο πλευρό του κάθε στιγμή (more than a friend less than a wife). Παράλληλα, εμφανίζεται η Sharon Tate (Margot Robbie), η γυναίκα του Πολάνσκι, η οποία είναι γειτόνισσα με τον Rick. Η Sharon ζει ανέμελα και ακομπλεξάριστα την ζωή της απολαμβάνοντας την δημοσιότητα, ενώ παρακάτω σε ένα ράντσο όπου παλιά γυρίζονταν westerns ζει μια ομάδα χίπηδων με ηγέτη τον Manson. Όσον αναφορά τον Rick, έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο μονοπάτια: O ατζέντης του (Al Pacino) τον παροτρύνει ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην Ρώμη, λέγοντας του να πρωταγωνιστήσει σε σπαγγέτι γουέστερν τα οποία ο Rick απεχθάνεται. Σε κάθε σκηνή νιώθουμε ότι βλέπουμε έναν άνθρωπο που πασχίζει και είναι στο χείλος ενός mental breakdown στην προσπάθεια του να χαράξει ξανά την πορεία του προς την δόξα. Είναι φανερή μια υπερπροσπάθεια να γίνει ο ηθοποιός που ήταν κάποτε. Ο Booth από την άλλη, διαμετρικά ανόμοιος με το buddy του, είναι ο ζεν της παρέας που διαμένει ολομόναχος σε ένα απομονωμένο τροχόσπιτο με μοναδική παρέα τον σκύλο του. Ο ρόλος του θέλει να καταδείξει τον ώριμο, βαρύ, 100% masculine, παλαιάς κοπής αρσενικό με αμφιλεγόμενο παρελθόν και ίσως ακόμα πιο αβέβαιο μέλλον. Παρά ταύτα στέκει βράχος. Η χημεία μεταξύ Pitt και Di Capriο είναι απλώς ανείπωτη, με τον μεν να εντυπωσιάζει, φανερά όμως τον δε, να μαγνητίζει. Η Sharon από την άλλη, με παιδική αφέλεια αλλά παράλληλα και γοητεύοντας, δείχνει πως είναι να είσαι διάσημος εκείνη την εποχή. Σίγουρα μια από τις καλύτερες σκηνές της είναι αυτή στο σινεμά, όπου παρακολουθεί incognito μια ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί η ίδια. Η χαρά που την κατακλύζει βλέποντας τους θεατές να γελάνε με τις σκηνές της είναι ανεκτίμητες και σίγουρα από τις πιο αξιομνημόνευτες του φιλμ.

Εννοείται ότι ο δαιμόνιος Tarantino μας τάραξε στις αυτοαναφορές, σε παραπομπές και στα inside jokes, διαλέγοντας αυτή τη φόρα μια από τις πιο βερμπαλιστικές του φόρμες μέχρι να φτάσει στο σημείο της κορύφωσης και να επιτρέψει την ένωση των κομματιών του παζλ. Aν είσαι φαν και σινεφίλ, αυτή η διαδρομή θα σε διασκεδάσει παρά θα σε κουράσει. Η εμμονή του στην λεπτομέρεια, ακόμα και η σχεδόν εγκυκλοπαιδική του ακρίβεια μας μεταφέρει εντελώς σε εκείνη την χαμένη αισθητική της τότε εποχής. Βασικά, είναι σαν να παρακολουθούμε όντως μια ταινία 60s με ντοκιμαντερίστικο τρόπο, αλλά παράλληλα ειρωνικά “επιφανειακό”, ώστε να δείξει ότι αυτή ήταν η φάση τότε και δεν είναι κακό που ήταν έτσι.

Ο Tarantino κατέστησε σαφές ότι δε θέλει να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον κανένας Manson, ούτε να αισθητικοποιήσει τον μισανθρωπισμό κάποιου ημίτρελου (το να είσαι δολοφόνος δεν είναι και τόσο κουλ, αλλά ο Rick και ο Booth είναι κουλ) και επαναπροσδιορίζει την αφήγηση του στην Sharon Tate (την οποία σκηνοθετεί σαν ηλιαχτίδα). Κάποιοι αντιτίθενται με αυτή την προσέγγιση, ξεχνώντας μάλλον ότι πρόκειται απλά για μυθοπλασία, κάποιοι το αγκαλιάζουν.

Η ιστορία κορυφώνεται με τον παλιό καλό σπλατερικό τρόπο (ακραίες ταραντινιές), ενώ από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές στο ανατρεπτικό φινάλε είναι εκείνη όπου τα διψασμένα για αίμα παιδάκια, όντας τυφλωμένα από το μίσος τους και μεταμορφωμένα εν τέλει σε αυτό που μισούσαν την πέφτουν στον Booth και εκείνος σκάει στα γέλια, όντας φυσικά και υπό την επήρεια του εμποτισμένου με άσιντ τσιγάρου. Η σημειολογία σχετικά με την απαξίωση του Manson είναι χαρακτηριστική. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που ο Booth ξυπνάει συνειδητοποιώντας ότι δεν τριπάρει, οπότε αρχίζει το πανηγύρι αλά Tarantino way.

Εν κατακλείδι, πέρα από το φόρο τιμής που αποτίει σε όλα τα προαναφερθέντα επιζητεί με τον δικό του τρόπο να δικαιώσει και το θύμα της πραγματικής ιστορίας (Sharon Tate) με ένα ανατρεπτικό φινάλε που θα μπορούσε να λάβει χώρα σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Άλλωστε, μόνο από τον τίτλο της ταινίας μας προϊδεάζει ότι πρόκειται για ένα γλυκόπικρο παραμύθι, τύπου “ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”, κλείνοντας το μάτι και δηλώνοντας ότι ναι, υπάρχει happy end. Εξάλλου ποιος ο ρόλος ύπαρξης του σινεμά, αν δεν αντικαθιστά την πραγματικότητα με ένα μύθο; Cheers to that, λοιπόν.

Κατ΄εμέ, μας χάρισε με ένα ρομαντικό, νοσταλγικό τρόπο την πιο προσωπική και πιο Jackie Brown ταινία του ως τώρα.

ΥΓ1: Μπορείτε να του προσάψετε ότι γουστάρετε αλλά οφείλετε να παραδεχτείτε ότι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης που αποτυπώνει με σχεδόν hilarious way σπλατεριές κάνοντας όλη την αίθουσα να ξεκαρδίζεται. Τα soundrack για άλλη μια φορά άψογα. Και εν τέλει ποιο μεγαλύτερο gig αν όχι ο Tarantino, θα δημιουργούσε μια ωδή σε μια αυθεντικά cult εποχή; (ρητορική ερώτηση)

ΥΓ2: Για να τελειώνουμε, ο μέγιστος Q.T δεν είναι πολέμιος κανενός αντιπολεμικού κινήματος, απλώς επέλεξε να προσωποποιήσει το μήνυμα της ειρήνης, αφενός στην ανεμελιά των πρωταγωνιστών και αφετέρου στον ερωτισμό και το breeze της Tate και όχι σε τυπάκια που αυνανίζονται με κομμένα κεφάλια.