Follow by Email
Facebook
Facebook
Twitter
Instagram

Γράφει η Ψυ

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να ξαναβρώ αστυνομική σειρά που να με ενθουσιάσει, μετά το True Detective (1η season φυσικά), μέχρι που ένα αργόσχολο μεσημέρι του Φλεβάρη έπεσε στα χεράκια μου το noir διαμαντάκι του Netflix, “Mindhunter”. Η σειρά δεν ακολουθεί το χιλιοιδωμένο μοτίβο αναζήτησης των serial killers, καθώς εστιάζει στο γιατί και όχι στο ποιός δίνοντας έμφαση στα δειλά βήματα της συμπεριφορικής επιστήμης να εισχωρούν στον κόσμο της εγκληματολογίας. Αν είσαι, λοιπόν, junky της ψυχολογίας η σειρά θα είναι ταμάμ για ‘σένα. Εδώ να σημειωθεί οτι η σειρά φέρει και υπογραφή Fincher χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί κάτι παραπάνω γιατί η αγάπη μας είναι δεδομένη.
Η σειρά βασίζεται στις πραγματικές εμπειρίες ενός πράκτορα του FBI, του John Douglas. Πρωταγωνιστούν δύο πράκτορες ανόμοιοι μεταξύ τους, που προσπαθούν να μπουν στο σκοτεινό ψυχισμό των εγκληματιών, ενώ, φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει η γυναικεία συμβολή μίας διακεκριμένης ακαδημαϊκής ψυχολόγου, που αφήνει τις φωτεινές αίθουσες του πανεπιστημίου για τις συνεντεύξεις στα υπόγεια των φυλακών.

Αυτό είναι το βασικό θέμα και πραγματικά οι χαρακτήρες εκτυλίσσουν αριστοτεχνικά το κουβάρι της ανάλυσης της αποκλίνουσας συμπεριφοράς για αυτό και εγώ ήμουν υπερhyped στο άκουσμα οτι στις 16 Αυγούστου επιστρέφει. Προς απογοήτευσή μου δεν ακολουθεί την ίδια ακριβώς φόρμα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι καλή), καθώς από τα μισά σχεδόν καταπιάνονται με μια πραγματική υπόθεση μαζικής δολοφονίας παιδιών στη Ατλάντα (28 παιδιά μεταξύ των οποίων και κάποιοι ενήλικες), στο διάστημα 1979-1981. Ευτυχώς, συναντιούνται πάλι με τον Κέμπερ (έναν από τους serial killer) σε έναν άκρως ανατριχιαστικό διάλογο που είναι ο προάγγελος για το highlight της σειράς, που είναι η συνέντευξη με τον Τσάρλς Μάνσον, τον ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του American dream μεταφορικά και εφτά ανθρώπων κυριολεκτικά.

Γενικά αυτό που κάνει την σειρά να ξεχωρίζει είναι ότι αποτυπώνει τη στυγερή βία και το παράλογο της εποχής χωρίς να χυθεί ούτε μια στάλα αίμα. Ώστόσο η ωμότητα είναι σε τέτοιο βάθος που σε μουδιάζει. Τρελό ,επίσης, είναι ότι κατακλύζεται από τόση σκοτεινότητα που ακόμα και σε περιπτώσεις οπού ρίχνεται φως ο ζόφος καλά κρατεί. Δίνονται, επιπλέον, τόσες πληροφορίες για τους εγκληματίες, οπότε θέλοντας και μη εμβαθύνουμε και εμείς σε αυτό τον κόσμο, προσδοκώντας να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτούς. Προσωπικά πάτησα πολλές φορές το pause για να ψάξω. Στους χαρακτήρες τώρα αυτή η σεζόν δεν εστιάζει στον Holden (Jonathan Groff) – το οποίο είναι πραγματικά κρίμα γιατί είναι η γενεσιουργός αιτία του εγχειρήματος, με τρομερά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα για μελέτη – αλλά στον εντελώς διαφορετικό συνάδελφο και συμπρωταγωνιστή του (Holt McCallany) που ζει την προσωπική του οικογενειακή τραγωδία, μη μπορώντας να θέσει τα όρια του.

Στα θετικά ,όμως ,γνωρίζουμε περισσότερο την Dr Kar (Αnna Torv) και το πως είναι να είσαι ομοφυλόφυλη στα late 70s καθώς και το πως επηρεάζει αυτό τη δουλειά σου. Δεν θα θελα να κάνω σπόιλ για το τι συμβαίνει και τι γίνεται τελικά με τους φόνους στην Ατλάντα. Συνιστώ και σε σας να μη το ψάξετε (γίνεται με καλύτερο και κλιμακωτό τρόπο επεισόδιο το επεισόδιο).
Συμβουλή μου, σπεύσατε να τη δείτε και αναρωτηθείτε αν γίνετε να μπείτε στο μυαλό των serial killers χωρίς να γίνετε μέρος στο σκοτάδι τους. Για τους πρωταγωνιστές σίγουρα η αποστασιοποίηση είναι κομματάκι δύσκολο, αλλά δεν λέω περισσότερα.

ΥΓ : Κουστούμια και ατμοσφαιρική μουσική είναι το κερασάκι στην τούρτα, καθώς και η φημισμένη εμμονή του Fincher στην λεπτομέρεια και η προσπάθεια του να αποδώσει ένα άρτια δυστοπικό νουάρ θα σε κάνουν αναμφίβολα binge-watcher της σειράς.