Follow by Email
Facebook
Facebook
Twitter
Instagram

Ουκ ολίγα έχουν γραφτεί για τον Δανό Lans Von Trier απο τους πλέον αμφιλεγόμενος της γενιάς του και εκπρόσωπος του δόγματος 95. Ένα κίνημα που στοχεύει στην καθαρή υποκριτική και ανάδειξη της αλήθειας χωρίς φτιασίδια και τεχνάσματα (κάμερα στο χέρι, γύρισμα σε φυσικούς χώρους, απλός ήχος που παράγεται μαζί με τις εικόνες κ.ά.). Ωμός, κυνικός και πάντα με διάθεση να προβοκάρει και να προβληματίσει το κοινό του. Αναμφίβολα η πρωτότυπη ματιά του είτε θα σε κάνει να τον λατρέψεις ή να τον μισήσεις ή να λατρεύεις να τον μισείς. Μπορεί και να σε κάνει να θες να παρατήσεις την ταινία στα μισά, βρίζοντας θεία.

Σίγουρα από τις εμβληματικότερες ταινίες του αποτελεί το Dogville, ένα απομονωμένο χωριό στα βραχώδη όρη της Αμερικής. Αμιγώς ψυχογραφικό και αφαιρετικό, παντρεύει το σινεμά με το μαύρο θέατρο. Το κουβάρι της ιστορίας εκτυλίσσεται σε ένα απόλυτα μινιμαλιστικό σκηνικό, εντελώς δανεισμένο από τον Μπρεχτ βασικά. Σκηνικά ζωγραφισμένα με περιγράμματα κιμωλίας πάνω σε μαύρο πάτωμα συνθέτουν ένα σκοτεινό πλάνο σχεδόν πνιγηρό που όμως κάνει τον θεατή να επικεντρώνεται στον ηθοποιό και στο ξεδίπλωμα του χαρακτήρα του.

Η οντότητα λοιπόν του Dogville – γιατί περί αυτού πρόκειται – καλείται να αντιμετωπίσει την αποδοχή μιας ξένης, της Γκρέις η οποία διώκεται από γκάνγκστερς. Η πρώτη επαφή της Γκρέις, είναι με τον Τομ τον εκπρόσωπο των αξιών, κάτι σαν ηγέτης, ο οποίος φιλεύσπλαχνα προτείνει να παρέχει τις υπηρεσίες της στους κατοίκους της πόλης χωρίς αντάλλαγμα. Με μια υποτυπώδη προσπάθεια καταφέρνει να πείσει τους κατοίκους του Dogville σε ενα τύπου μίνι συμβούλιο. Συζητούν για την αποδοχή της Γκρέις και σε πρώτο, ασυνείδητο επίπεδο τουλάχιστον, φαίνεται να μην δυσκολεύονται να αποδεχτούν κάποιον καινούριο. Ασυνείδητα όμως διαφαίνεται να βλέπουν στο πρόσωπό της μια επικίνδυνη ετερότητα που επιθυμεί να τους βλάψει.

Γεννιέται ένα άγχος το οποίο δρα μεταδοτικά από το έναν στον άλλον και έτσι θέτεται σε (παθολογική) λειτουργία ο περιβόητος μηχανισμός της άρνησης, γι’ αυτό στην αρχή δεν δέχονται τις υπηρεσίες της ούτε και για κάποια μηδαμινή εργασία. Έχει υιοθετηθεί μια σιωπηρή συμφωνία αρνητικής στάσης απέναντί της. Το κορίτσι μας αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και κάνει μια εργασία για ένα μαγαζί της πόλης. Έτσι αρχίζει να τίθεται σε λειτουργία ο μηχανισμός της εκλογίκευσης και την βλέπουν ως ένα χρήσιμο και ωφέλιμο ον για την κοινότητα τους, σηματοδοτόντας την αρχή του κεφαλαίου «Ευτυχισμένες μέρες του Dogville». Η άνευ όρων παροχή υπηρεσιών της ωθεί τους κατοίκους στο να την αποδεχτούν.

Αυτή η περίοδος δεν θα διαρκέσει και πολύ γιατί μια «Καταζητείται» φωτογραφία της οδηγεί αστυνομικούς στο κατώφλι του Dogville και οι κάτοικοι ταράζονται. Ζητούν επιπλέον ώρες εργασίας προκειμένου να συνεχίζουν να την καλύπτουν. (Ξεκινάν οι φρουδικές θεωρίες περί ψυχολογία των μαζών) «Όσο διαρκεί ο σχηματισμός μάζας τα άτομα συμπεριφέρονται σαν να είναι ομοιόμορφα, ανέχονται την ιδιαιτερότητα του άλλου εξισώνονται με αυτόν και δεν έχουν κανένα αίσθημα υποψίας απεναντί του». Γι’αυτό όταν νιώθουν οτι μπορεί να θεωρηθούν συνένοχοι που την καλύπτουν, η αρχική καχύποπτη αντιμετώπισή τους κάνει δυναμικό come back.

Η Γκρέις σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ενσωματωθεί δέχεται να δουλέψει παραπάνω, αλλά με τον όρο να ξέρει τι θέλουν. Ότι και να κάνει όμως δεν τους ικανοποιεί. Γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος και προβάλλονται πάνω της ολα τα αρνητικά συναισθήματα, είναι η πηγή όλων των δεινών. Αντιμετωπίζεται με τον πλέον εξευτελιστικό τρόπο, βιάζεται, κακοποιείται σωματικά και ψυχικά. Παρ΄όλα αυτά η Γκρέις τα υπομένει όλα σιωπηρά και στωικά και προσπαθεί να δικαιολογήσει τις βάρβαρές τους πράξεις. Η κοινότητα όχι μόνο δεν αισθάνεται λύπη και μεταμέλεια για ότι συμβαίνει στην Γκρέις, αλλά την κατηγορούν οτι εκείνη φταίει για ότι της συμβαίνει. Μέχρι και ο προστάτης της ο Τομ – με τον οποίο φυσικά τους ενώνει πλατωνικός έρωτας – την προδίδει και σε μια στιγμή προσωπικής του κρίσης την βιάζει και αυτός.

Μετά απο αυτήν την προδοσία αρχίζει και κλονίζεται η πίστη της και αναζητά τρόπο να ξεφύγει. Καθώς το γαιτανάκι των συμφορών έχει ξεδιπλωθεί με αριστοτεχνικό τρόπο φτάνουμε στο σημείο της ανατροπής. Καλούνται οι γκάνγκστρες να παραλάβουν την κατατρεγμένη μας πρωταγωνίστρια και αποκαλύπτεται ότι αρχηγός είναι ο πατέρας της.

(ΜΠΟΥΜ)

Εδώ αρχίζει ένας εξαιρετικός παραβολικός διάλογος που μαρτυρά τα έντονα θρησκευτικά στοιχεία της ταινίας (μέχρι και το όνομα της πρωταγωνίστριας σημαίνει Θεία Χάρη, ενώ ο πατέρας συμβολίζει τον Θεό). Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της συγχώρεσης και της τιμωρίας. Την πρώτη την χαρακτηρίζει αλαζονική καθότι δεν δίνει την ευκαιρία της τιμωρίας μέσω ενός δίκαιου σωφρονιστικού συστήματος, οπού μπορεί να επέλθει μεταμέλεια, και τη δεύτερη επιβεβλημένη. Ο Τρίερ ως αιρετικός θεωρεί οτι ο θάνατος δεν δίνει την ευκαιρία της συγχώρεσης. Η τιμωρία είναι αλαζονική όταν τα κίνητρα είναι καθαρά εγωιστικά. Εδώ δυστυχώς παρατηρείται και η μισανθρωπιστική διάθεση της ταινίας απο πλευράς του σκηνοθέτη, καθώς επίσης δημιουργείται και το ηθικό δίλημμα και σε μας τους ίδιους για το αν αξίζει να τους τιμωρήσει και να μεταμορφωθεί στο πρόσωπο που την έκανε να υποφέρει. Η προβληματική έγκειται στο αν αποδίδεται τελικά δικαίωση.

Αυτό που δεν μπορεί στην τελική να αμφισβητηθεί είναι οτι δίνεται ευθύνη στην Γκρέις για την αναγωγή της απο θύμα σε θύτη και πως η εξουσία που άφησε να της επιβληθεί την έκανε όμοια με τους κατοίκους του Dogville. Οι ακραίες συνθήκες φανέρωσαν οτί νίκησε μια σκοτεινή δύναμη που δεν υποπτευόταν καν ότι είχε μέσα της. Η απόφαση πάρθηκε. Καίει συθέμελα τους πάντες και τα πάντα στο χωριό εκτός από τον σκύλο. Το ερώτημα όμως είναι, η Γκρέις εγκατέλειψε το Dogville ή το Dogville την Γκρέις;

Εναλλακτικό επιμύθιο.

Η ταινία είναι μια δηλητηριώδης παραβολή, η οποία σχολιάζει τον δυτικό τρόπο ζωής – και δη την αμερικανική κοινωνία – ως πρότυπο του καπιταλισμού. Σε μια κοινωνία οπού πριν εισέλθει το κέρδος, η παραγωγή, και ο μηχανισμός της εσωτερικής οικονομίας ζει ιδανικά, ανέξοδα, ειρηνικά. Το τοπίο ταράζεται με την εισβολή της Γκρέις (βλέπε τον οικονομικό παράγοντα) και εδώ οι μηχανισμοί ανατρέπονται, οι ιδεολογίες καταρρίπτονται και όλα θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Το αντιαμερικανικό μήνυμα όλης της ταινίας είναι ηχηρό και φυσικά είναι και ο λόγος που στέρησε και βραβεία ειδικά στην Nicole που έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας.